Μίλησα με τον Γιάννη Ζουγανέλη με αφορμή την παράσταση “Η σεξουαλική ζωή του Κου & της Κας Παπαχαραλάμπους” στο Θέατρο Χώρα. Όχι ότι χρειαζόμουν και αφορμή για να θέλω να μιλήσω με έναν ταλαντούχο άνθρωπο. Για τον οποίο πολλοί βιάζονται να πουν ότι τους κάνει απλά να γελάνε. Κι ελπίζω να καταφέρω μέσα από αυτό το κείμενο να σας δείξω γιατί ο Γιάννη Ζουγανέλης με έκανε όχι μόνο να γελάσω αλλά και να σκεφτώ, να συγκινηθώ, να ηρεμήσω και να προβληματιστώ.
Σε κάθε συνέντευξη που κάνω προσπαθώ φεύγοντας να σκεφτώ “τι ατάκες” έχω. Για να είναι καλή η συνέντευξη, για να χαρεί το αφεντικό μου. Φεύγοντας από το Θέατρο Χώρα δεν είχα ατάκες στο μυαλό μου. Είχα σκέψεις, ερεθίσματα αλλά και μία πολύ ισχυρή άποψη για το τι άνθρωπος είναι ο Γιάννης Ζουγανέλης. Ένας ανθρωπος που μεγαλώνοντας έμαθε να αγαπάει την αδυναμία (αυτή την τρομερή δύναμη όπως μου είπε). Να αγαπάει τις λεπτομέρειες. Να αγαπάει τις ιδιοτροπίες. Να αγαπάει τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων. Να αγαπάει την ίδια τη ζωή.
Ο λόγος του χειμαρρώδης. Τον ρωτούσα για το σεξ και μου απαντούσε για την πανσπερμία αυτής της χώρας. Το μυαλό του χοροπηδούσε από σκέψη σε σκέψη αλλά κάθε μία από αυτές τις σκέψεις ήταν δομημένη, ήταν μελετημένη, ήταν αγνή. Δεν μου είπε ποτέ αυτά που θα ήθελε ένας δημοσιογράφος να ακούσει. Μου είπε εκείνα που έβγαιναν από μέσα του.
Για εκείνα που σκοτώνουν το σεξ
Ξεκινήσαμε συζητώντας θέματα που αφορούν την παράσταση και τον ρόλο του σε αυτή. Ως γιατρός – ψυαχαναλυτής όφειλε να απαντήσει στο κύριο ερώτημα της παράστασης, Τι είναι αυτό που σκοτώνει τον έρωτα. “Όταν ένας άνδρας μένει άνεργος, αυτό τον οδηγεί να χάνει το σθένος του. Υπάρχει το ενδεχόμενο να καλύπτει η γυναίκα τις οικονομικές ανάγκες ενός σπιτιού και αυτό απ’ ό,τι φαίνεται οι άνδρες δεν το έχουν αποδεχτεί ακόμα”. Φεμινιστής; Μάλλον όχι. “Τιμώ τη γυναικεία φύση. Δεν είμαι φαλλοκράτης αλλά δεν είμαι και φεμινιστής. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς είναι δυνατόν να αγωνίζεσαι για το αυτονόητο. Θεωρούσα πάντα ίσους την μάνα μου και τον πατέρα μου. Δεν χρειάζεται να φτάσεις σε μεγάλα ιδεολογικά στάνταρ για να το αντιληφθείς την πραγματικότητα”.
Ο άνδρας λοιπόν χάνει το σθένος του αλλά τι είναι αυτό που οδηγεί στο τέλμα; “Ο κόσμος μας κατέληξε μέσα από την παγκοσμιοποίηση να είναι μονοδιάστατος και ισοπεδωμένος. Αυτή η απομόνωση και ο ατομισμός δεν οδηγεί τα πράγματα στην γοητεία. Η γοητεία είναι προσφορά όπως η αγάπη. Και η ελληνική γλώσσα απαντά αμέσως. Όποιος δεν γοητεύει, απογοητεύει. Και δεν λέω με την έννοια της ματαιοδοξίας, να κάνω τον ωραίο. Η ομορφιά του καθενός ξεχωριστά χάνεται όταν ζεις μέσα σε αυτή τη διαδικασία”.
Γιάννης Ζουγανέλης στο ONEMAN – 1 από Oneman
Για την ρουτίνα στις μέρες μας και την αποτυχία της ψυχανάλυσης
Μου εξηγούσε ότι ο κόσμος σε καιρό κρίσης αδυνατεί να δει την ομορφιά, αδυνατεί να την εκφράσει. Με αποτέλεσμα να καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην ρουτίνα. Κι αυτή κάνει μια μακροχρόνια σχέση να υπολειτουργεί. “Η ρουτίνα είναι μεγάλη πλάνη. Πριν φθάσουν οι άνθρωποι να σχηματίσουν σχέσεις, δημιουργούν συνθήκες ρουτίνας. Η ρουτίνα είναι που γερνάει και απομυθοποιεί την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου και την συνειδητότητά του. Η ρουτίνα είναι που φέρνει τον άνθρωπο να αυτοεπαναλμαβάνεται με έναν τρόπο ο οποίος τον εξουθενώνει. Γίνεται δέσμιος της ρουτίνας. Γίνεται μανία η ρουτίνα. Υπάρχουν άνθρωποι που σηκώνονται με τον ίδιο τρόπο, πίνουν καφέ στην ίδια θέση. Θα ήταν ωραίο και απλό να πίνεις με διαφορετική κούπα κάθε μέρα. Ακόμα και διαφορετικό καφέ”.
Θα το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ότι αυτό δεν είναι δύσκολο να αλλάξει. Αλλά τι μπορεί να το αλλάξει; Η ψυχανάλυση; “Εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ στον ψυχολόγο. Είναι έξω από την δικιά μου ιδιοσυγκρασία. Δε σου κρύβω ότι μια φορά είχα πάει έναν φίλο μου. Έπασχε από μανιοκατάθλιψη και δεν δεχόταν να μιλήσει με κανέναν αν δεν ήμουν παρών. Ντρέπομαι να το πω δημόσια αλλά ήταν αστείος ο γιατρός. Τον ρωτούσε πράγματα τα οποία ο ίδιος τα είχε λυμμένα. Απλοϊκά πράγματα. Όμως η ψυχή και η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου παραπέμπουν και στην φιλοσοφία και σε μια ιδιαίτερη μορφή έκφρασης. Και δεν θα ήταν άσχημο κάποιος που δυσκολέυεται να ισορροπήσει με ό,τι ισορροπήσει να μπορεί να συμβουλευτεί κάποιον ειδικό”.
